Μια έκθεση του B. Hallmann για λογαριασμό της Γραμματείας του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Υπουργείου Συντονισμού, που έγινε με τη βοήθεια της IUCN/WWF και δημοσιεύτηκε το 1979, ενεργοποίησε την ελληνική κυβέρνηση και το 1980, με κοινή υπουργική απόφαση, δημιουργήθηκε η προστατευόμενη περιοχή της Δαδιάς. Η περιοχή αυτή αποτελείται από δύο πυρήνες αυστηρής προστασίας, όπου απαγορεύονται οι περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες εκτός από τις παραδοσιακές χρήσεις της γης, με έκταση 6400 και 800 εκτάρια αντίστοιχα, οι οποίοι περιβάλλονται από 39000 εκτάρια περιφερειακής ζώνης. Το 1985 οι Helmer και Schotte, ανακοινώνοντας τα αποτελέσματα της μελέτης τους πάνω στην ερπετοπανίδα της περιοχής του Έβρου και ειδικότερα του δάσους της Δαδιάς, συμπέραναν πως ο αριθμός των ειδών και οι πληθυσμιακές πυκνότητες είναι μοναδικές στην Ευρώπη. Πρότειναν δε για το λόγο αυτό, καλύτερη διαχείριση της προστατευόμενης περιοχής και την ένταξή της σε ευρωπαϊκό δίκτυο βιογενετικών αποθεμάτων. Το 1987, με μερική οικονομική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε μια σειρά διαχειριστικών προγραμμάτων. Η έλλειψη τροφής θεωρήθηκε σημαντικός παράγοντας μείωσης του πληθυσμού των γυπών, κι έτσι επιλέχθηκε μια κατάλληλη τοποθεσία που περιφράχθηκε έτσι ώστε να αποτελεί ασφαλή χώρο ταΐσματος. Στην κορυφή ενός λόφου απέναντι από την ταΐστρα κατασκευάστηκε ένα παρατηρητήριο απ’ όπου οι επισκέπτες μπορούν να παρατηρήσουν τους γύπες και τους αετούς.
Η περιοχή του Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου πλέον συμπεριλαμβάνεται στον ελληνικό κατάλογο NATURA 2000, ενώ αποτελεί μία από τις 27 προστατευόμενες περιοχές της Ελλάδας, για τις οποίες έχει ιδρυθεί φορέας διαχείρισης. Το 2006 με κοινή υπουργική απόφαση η περιοχή χαρακτηρίστηκε Εθνικό Πάρκο με την ονομασία «Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου».
Ο Φορέας Διαχείρισης του Εθνικού πάρκου Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου λειτουργεί από το 2003 αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του Κέντρου Πληροφόρησης με τρεις συνοδούς επισκεπτών και χρηματοδοτούμενος από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Περιβάλλον», αλλά επανδρώθηκε με επιστημονικό προσωπικό (δύο δασολόγους – περιβαλλοντολόγους) το 2007 στα πλαίσια του επιχειρησιακού προγράμματος κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG ΙΙΙΑ/PHARE – CBC ΕΛΛΑΔΑ - ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ που ανέλαβε. Στα πλαίσια του παραπάνω προγράμματος ο Φορέας υλοποιεί το έργο «Διασυνοριακό Κέντρο Τεκμηρίωσης Φυσικού Περιβάλλοντος» που περιλαμβάνει τη δημιουργία και την πιλοτική λειτουργία ενός κέντρου τεκμηρίωσης του φυσικού περιβάλλοντος της διασυνοριακής περιοχής της Ανατολικής Ροδόπης.